Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
 "Μοιρολόι της Παναγίας"

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι.
για να σταυρώσουν τον Χριστό, των πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό για να τον λάβουν όλοι.

Κι' η Παναγιά η δέσποινα καθόταν μοναχή της
τας προσευχας τις έκανε για το μονογενή της.
Φωνή της ήλθε εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα.
-Σώνουν κυρά μου οι προσευχές σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιό σου πιάσανε και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυρανάνε.
Χαρκιά, χαρκιά φτιάξε καρφιά φτιάξε τρία περόνια
κι εκείνος ο παράνομος βαρά και φτιάχνει πέντε.

‘Συ Φαραέ που τα 'φτιαξες εσύ να μας διδάξεις.
-Βάλτε τα δυό στα χέρια του και τ’ άλλα δυό στα πόδια
το πέμπτο το φαρμακερό, βάλτε το στα πλευρά του
να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.


Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει
σταμνιά νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
και τρία μυροδόσταμνα για να ‘ρθει ο λογισμός της. 
Μα σαν της ήρθε ο λογισμός, μα σαν της ήρθε ο νους της
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πα να πέσει, 
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το Μονογενή της.
-Λάβε κυρά μου υπομονή λάβε κυρά μου ανέση.
-Και πως να λάβω υπομονή και πως να λάβω ανέση
απου ‘χω γιό μονογενή και κείνο σταυρωμένο.


-Όσοι αγαπάτε το Χριστό κι όσοι τον προσκυνάτε
ακολουθήστε με γοργά, να πάμε να τον βρούμε. 
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή  και του Λαζάρου η μάνα 
και του Ιακώβου η αδερφή κι οι τέσσερες αντάμα, 
Πήραν το δρόμο το στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τσ’ έβγαλε μεσ' στου ληστή την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της. 
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανέναν δε γνωρίζει.
Τηρά και δεξιότερα βλέπει τον Άι Γιάννη
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου
μην είδες τον υιόκα μου και σένα δάσκαλό σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χειροπάλαμο, για να σού τονε δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό, τον καταφρονεμένο,
απού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
κι απού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου και μένα ο δάσκαλός μου.


Κι η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτούσε
Για δεν μιλάς παιδάκι μου; για δε μου μιλάς παιδί μου;
Τι να σου πώ μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις
Σύρε μάνα στο σπίτι μσς, κάμε την προσευχή σου
βάλε κρασί στο μαστραπά κι αφράτο παξιμάδι
και δώσε την παρηγοριά, για να την λάβουν κι άλλοι.


Μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύχτι
που θα λαλήσει ο πετεινός, και σημάνουν οι καμπάνες
τότε και συ μανούλα μου, θα ‘χεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο θεός σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια 
σημάνει κι η Αγιά Σοφιά με τσι πολλές καμπάνες.
Όποιος τ’ ακούσει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοαφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει.
Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.


Και εις έτη πολλά!