Έθιμα Χριστουγέννων - Πρωτοχρονιάς - Φώτων.
    
Κάθε χρόνο, συνήθως γύρω στις 20 Δεκεμβρίου, ξεκινούσαν οι επίσημες ετοιμασίες των εορτών. Το πρωί βέβαια οι άνρθωποι πήγαιναν στις ελιές μιας και ήταν περίοδος μαζέματος. Το βράδυ, οι άντρες γέμιζαν τα πέντε καφενεία του χωριού, ενώ οι γυναίκες στα σπίτια ετοίμαζαν το φαγητό της επόμενης μέρας και παράλληλα τα καλούδια των εορτών. 
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

  Το σφάξιμο του γουρουνιού και η φούσκα

Τα παλιά χρόνια κάθε οικογένεια, περίπου στις αρχές του χρόνου, αγόραζε ή κρατούσε από τη γουρουνομάνα που είχαν στο σπίτι, ένα μικρό γουρούνι με σκοπό να το παχύνουν για 10-11 μήνες και να το σφάξουν τα Χριστούγεννα. Συνήθως ο χοίρος πλέον, ξεπερνούσε τα 100 κιλά. Έτσι λοιπόν 2 ή 3 ημέρες πριν τα Χριστούγεννα μαζεύονταν όλοι οι άντρες ανά γειτονιές και έσφαζαν τους χοίρους. Το χωριό γέμιζε με τα μουγγριτά τους. Για τη σφαγή χρειαζόντουσαν 4-5 άντρες μόνο για να κρατάνε το χοίρο και ένας για να τον σφάξει. Μετά τη σφαγή ακολουθούσε το ζεμάτισμα και το μάδισμα ή ξύρισμα του χοίρου.
     Τα παιδιά, έτρεχαν να πάνε όπου άκουγαν μουγγριτό χοίρου. Όποιο έφτανε πρώτο στο σημείο σφαγής, είχε περισσότερες πιθανότητες να πάρει τη “φούσκα”.  Μάλιστα! τη φούσκα του χοίρου, δηλαδή την ουροδόχο κύστη. Τρελή χαρά για τα παιδιά.  Με τη βοήθεια ενός καλαμιού τη φούσκωναν με το στόμα, μετά την πέρναγαν εξωτερικά με στάχτη για να την καθαρίσουν και να τη λεπτίνουν και την έκαναν μπαλόνι. Αυτό ήταν το Χριστουγεννιάτικο μπαλόνι των παιδιών. Πολλές φορές αυτό το μπαλόνι το χρησιμοποιούσαν τ' αγόρια για μπάλα ποδοσφαίρου. Σήμερα δυστυχώς ούτε “γουρούνια” μεγαλώνουν στα σπίτια, ούτε σφάζουν και φυσικά οι νεότεροι δεν ξέρουν τι είναι η φούσκα, αφού έχει αντικατασταθεί από τα λαστιχένια μπαλόνια.
Όταν οι άντρες τελείωναν με το σφάξιμο και το καθάρισμα του χοίρου, ακολουθούσε στο σπίτι, το γδάρσιμο, ο τεμαχισμός και μερικό ξεκοκάλισμα. Μετά ερχόταν η σειρά των γυναικών να αναλάβουν δράση. Αυτές τις μέρες τα σπίτια του χωριού μετατρέπονταν πραγματικά σε εργαστήρια αλλαντικών και ζαχαροπλαστικής. Ευτυχώς τότε, η μία γειτόνισα βοηθούσε την άλλη να φτιάξουν αρχικά τα προϊόντα κρέατος δηλ. τα ξυδάτα λουκάνικα, το σίγλινο, την τσιλαδιά, το απάκι, τον τσιγαριαστό κιμά κ.ά. Για να έρθει μετά η σειρά των γλυκών.
Λουκάνικα ξυδάτα: γίνονται με χοιρινά έντερα και κρέας από το μπούτι του χοίρου, το οποίο αφού το ξεκοκαλίσουν, το κόβουν με το μαχαίρι (όχι σε μηχανή) σε κυβάκια. Έπειτα το τοποθετούν σε μεγάλο δοχείο και το περιχύνουν με δυνατό ξύδι από κόκκινο κρασί στο οποίο πρέπει να παραμείνει τουλάχιστον 24 ώρες. Μετά στραγγίζουν το κρέας, βάζουν διάφορα μυρωδικά όπως: κίμινο, πιπέρι, θρίμπα (θρουμπί) ή θυμάρι και αλάτι και γεμίζουν τα έντερα του χοίρου τα οποία έχουν πλύνει προηγουμένως. Στη συνέχεια τα κρεμάνε στο τζάκι για να τα καπνίσουν.
Απάκι: φτιάχνεται συνήθως από τους δύο ραχιέους μυς του χοίρου. Δύο κυλινδρικά κομάτια κρέατος που τα μαρινάρουν όπως τα λουκάνικα και τα καπνίζουν με διάφορα βότανα όπως φασκόμηλο ή θρίμπα.
Σίγλινο: γίνεται από το δέρμα και το λίπος του χοίρου. Παλιά οι ντόπιοι χοίροι είχαν δύο δάχτυλα λίπος. Μετά το γδάρσιμο του χοίρου, κόβουν μικρά κομάτια το δέρμα μαζί με το λίπος και το τσιγαρίζουν. Αυτό το βάζουν μέσα σε πήλινα δοχεία ή βάζα και το χρησιμοποιούν σε διάφορα φαγητά (σφουγγάτο, ξινόχοντρο, γιαχνί κ.ά.).
Τσιλαδιά ή πηχτήγίνεται συνήθως από το κεφάλι και τα πόδια του χοίρου. Αυτά τα βράζουν για 2-3 ώρες, μαζί με τα υπόλοιπα κόκκαλα που έχουν περισέψει από το ξεκοκάλισμα του χοίρου. Στη συνέχεια αφαιρούν τα κόκκαλα από το κεφάλι και τα πόδια και κρατούν τα υπόλοιπα που τρώγωνται ακόμα και τα ρουθούνια με τ' αυτιά. Όλα αυτά τα κόβουν μικρά κομμάτια (μπουκιές), τα αλατοπιπερώνουν και μαζί με 5-6 φύλλα δάφνης, τα βράζουν ξανά για καμιά ώρα στο ζουμί το οποίο ήδη έχουν σουρώσει. Τέλος αφού το αφήσουν να κρυώσει λίγο το βάζουν μαζί με το ζουμί σε μεγάλα δοχεία. Όταν κρυώσει αυτό πήζει, τότε το κόβουν κομάτια και το σερβίρουν κρύο μαζί με λεμόνι.
Τσιγαριαστός κιμάς: γίνεται από τη λάπα του χοίρου την οποία ψιλοκόβουν με μαχαίρι ή σε χειροκίνητη μηχανή του κιμά. Στη συνέχεια παίρνοντας μικρή ποσότητα κάθε φορά τον σοτάρουν στο τηγάνι με λίγο λάδι και μυρωδικά (πιπέρι, κίμινο, αλάτι) μέχρι να πάρει ένα καφετί χρώμα. Τον τοποθετούν μαζί με το λίπος του σε βάζα και τον χρησιμοποιούν σε μακαρονάδες ή κρεατόπιτες.
Οματιές ή αμαθιές: γίνονται από το παχύ έντερο του χοίρου, το οποίο γυρνάνε ανάποδα και αφού το πλύνουν καλά το γεμίζουν με μείγμα από πλιγούρι, ψιλοκομένο κρεμύδι και πράσο, σίγλινο και λίγο τσιγαριαστό κιμά και μυρωδικά (κίμινο, πιπέρι), το ψήνουν όπως τα γεμιστά.
Όπως καταλαβαίνετε οι παλιοί άνθρωποι δεν πετούσαν τίποτα από το χοίρο παρά μονάχα τις τρίχες του.
Σημείωση:Να σας πω ότι στην Κρήτη, το κίμινο είναι το βασικό μπαχαρικό σε όλες τις παρασκευές του χοιρινού κρέατος και όχι μόνο.

Αφού λοιπόν τελείωναν με το κρέας, συνέχεια είχαν τα γλυκίσματα, τα κεράσματα όπως έλεγαν. Την τιμητική τους είχαν τα ξεροτήγανα, αφού αυτά είναι και τα πιό αγαπητά στον τόπο μας. Ξεροτήγανα λοιπόν, μελομακάρουνα, κουραμπιέδες κι αν υπήρχε και καμιά μυζήθρα έφτιαχναν και γλυκιές μυζηθρόπιτες. Την παραμονή των Χριστουγέννων άναβαν οι ουκ ολίγοι ξυλόφουρνοι του χωριού, για να ψήσουν τα φρέσκα ζυμωτά ψωμιά και τα Χριστόψωμα που την άλλη μέρα θα πηγαίνανε στην εκκλησία οι γυναίκες για να τα ευλογίσει ο παπάς και στη συνέχεια να τα κόψουμε στο σπίτι, στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων, τα παιδιά θα αμολυθούν στους δρόμους του χωριού με τα καλάθια και τα μπετόνια λαδιού και από σπίτι σε σπίτι θα πουν τα κάλαντα των Χριστουγέννων “Καλήν εσπέρα άρχοντες…” Ανταμοιβή τους, λίγο λάδι και κανένα μελομακάρουνο ή κουραμπιές ή ότι άλλο είχαν οι νοικοκυράδες. Δεν αφήναμε κανέναν παραπονεμένο, πηγαίναμε σε όλα τα σπίτια και μας άνοιγαν όλοι. Αξέχαστο θα μου μείνει που σε κάποιο σπίτι γερόντων, κάθε χρόνο, αντί για λάδι και κουραμπιέδες μας έδιναν από ένα μανταρίνι και σε κάποιο άλλο σπίτι, πάντα ένα μικρό κομμάτι λουκάνικο. Η καλύτερή μας ήταν στη φάμπρικα, το ελαιουργείο του χωριού. Εκεί μας έδιναν τουλάχιστον ένα κιλό λάδι.
Το ίδιο σκηνικό θα επαναληφθεί και το απόγευμα της παραμονής πρωτοχρονιάς αλλά με τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς. “Αρχημηνιά κι αρχηχρονιά…” Οι γυναίκες στο σπίτι φτιάχνουν την παραδοσιακή Βασιλόπιτα και μερικά ακόμα γλυκά.

Το ποδαρικό και η καλή χέρα
Την ημέρα της πρωτοχρονιάς μετά την εκκλησία, στο σπίτι μπαίνει πρώτα η μάνα, κρατώντας το εικόνισμα που είχε πάει την προηγούμενη μέρα στην εκκλησία και πίσω ακολουθούμε κι εμείς. Κάθε οικογένεια παέι από ένα εικόνισμα στην εκκλησία. Άρα ποδαρικό κάνει η μάνα με το είκονισμα. Στη συνέχεια, πριν ετοιμάσει τραπέζι η μάνα, μας έδινε από ένα πιάτο με καλούδια να τα πάμε σε στενούς συγγενείς (παππούδες και γιαγιάδες, θείους και θείες) για να τους κάνουμε το καλό ποδαρικό όπως λέγεται. 
-Με το δεξί να μπείτε και να πείτε χρόνια πολλά και καλή χρονιά! και μην ξεχάσετε να τους φιλήσετε τη χέρα. Αυτή ήταν η συμβουλή της μάνας.
Συνήθως οι άνθρωποι πρόσεχαν πολύ, ποιός θα έμπαινε πρώτος με τον καινούργιο χρόνο μέσα στο σπίτι τους και αν κάποιον τον θεωρούσαν γρουσούζη, δεν του άνοιγαν την πόρτα. Τα παιδιά βέβαια πάντα ήταν ευπρόσδεκτα. 
Όταν φτάναμε στο σπίτι των συγγενών αφού κάναμε ότι μας είχε πει η μάνα μας, παραδίναμε το πεσκέσι με τα καλούδια. Οι συγγενείς με τη σειρά τους για να μας ευχαριστήσουν, εκτός του ότι μας γέμιζαν το πιάτο με τα δικά τους καλούδια για να τα πάμε σπίτι μας, μας έδιναν και χρήματα για το καλό του χρόνου. Αυτό λέγεται καλή χέρα και κρατάει ακόμα και σήμερα. Εμείς τους φιλούσαμε ξανά το χέρι και τους ευχόμασταν καλή χρονιά και επιστρέφαμε γεμάτοι χαμόγελα στο σπίτι. Το απόγευμα μαζευόμασταν όλα τα παιδιά πίσω από την εκκλησία και λέγαμε ο καθ’ ένας πόσα χρήματα έβγαλε από τις καλές χέρες. Τα χρήματα που ήταν σε χαρτονομίσματα τα δίναμε στους γονείς μας για να μας τα φυλάξουν. Όμως τα κέρματα τα κρατάγαμε εμείς και τα παίζαμε στον “τζόγο”, στις αμάδες
Αμάδες: παιχνίδι που παίζεται με πλακέ πέτρες τις οποίες πετάγαμε σε μία γραμμή που είχαμε χαράξει κάτω στο έδαφος και όποιος πήγαινε την πέτρα του πιo κοντά σ’ αυτήν κέρδιζε. Όμως εαν π.χ ο πρώτος που πέταγε την πέτρα πήγαινε πολύ κοντά στη γραμμή οι υπόλοιποι σημάδευαν αυτή την πέτρα με σκοπό να την απομακρύνουν από τη γραμμή. 

Τα Φώτα - Θεοφάνεια

Το βράδυ της παραμονής των φώτων συνήθως λέγαμε τα κάλαντα “Σήμερα τα φώτα…” Όμως ελάχιστα παιδιά έβγαιναν για να τα πουν. Μάλλον είχαν κουραστεί από τα προηγούμενα. Την ημέρα των φώτων γέμιζε η εκκλησία από κόσμο. Πηγαίναμε όλοι για τον αγιασμό και να μας φωτίσει ο παπάς. Μετά την εκκλησία ο παπάς του χωριού γυρνούσε ένα-ένα τα σπίτια για τον αγιασμό και ο κόσμος υπομονετικά τον περίμενε. Ακόμα και σήμερα γίνεται το ίδιο. Και κάπου εδώ, τελειώνουν τα ξεροτήγανα και οι κουραμπιέδες και τ' άλλα...